Επτά φεγγάρια μετά

artphoto by Cristina Coral

(Πουπερμίνα (Μηχανικό Μολύβι), “Επτά φεγγάρια μετά”, πρώτη δημοσίευση στο Μονόκλ 22/12/2020) >>>

Έχουν περάσει ήδη επτά φεγγάρια μετά το τέταρτο κύμα. Κάθε που έσβηνε κι ένα, έβαφε μαύρο έναν καθρέφτη. Ευτυχώς κι είχε ξεμπερδέψει τώρα μ’ αυτούς. Να μην χρειάζεται να έρχεται αντιμέτωπη μ’ εκείνη την αλαφιασμένη όψη απέναντι. Ωστόσο το πάλευε ακόμα με τη φυσική της κατάσταση. Είχε πια μπουχτίσει να περπατάει μόνο πέρα δώθε και ήδη δοκίμαζε μήπως και καταφέρει ν’ ανεβαίνει σε τοίχους και οροφή. Αν δεν την ξεγελάει η μνήμη της, ίσως κάποτε να είχε παραγγείλει ανοξείδωτους γάντζους και ιμάντες να έρθουν με την επόμενη από αέρος παράδοση. Ή μήπως το είχε μόνο σκεφτεί να – και τότε ήταν που έλαβε την ειδοποίηση υπερχρέωσης. Έτσι δοκίμαζε δίχως – εδώ και μέρες. Σε μια απ’ τις πτώσεις είχε χτυπήσει άσχημα τον αγκώνα της.

Από καιρό έκαψε το ένα μετά το άλλο τα περιττά έπιπλα, ν’ ανοίξει ο χώρος. Να μπορεί να σχεδιάζει με το κάρβουνο στους τοίχους μορφές. Είχε παρατηρήσει, ότι άρχιζαν να της μιλούν περίπου στο δεκαήμερο της εποίκισης του τοίχου της. Κάθε τόσο προσέθετε και μια διαφορετική. Να, προχτές τον περιπατητή με τη ράβδο! Τη θέλησε να μοιάζει με γκλίτσα, τέτοια που έπαιρναν κοντά οι πατεράδες για τα φίδια, στην εξοχή. Δεν της βγήκε κι έμεινε μια μουτζούρα στο ύψος του πόμολου, ογδόντα ένα εκατοστά πιο δεξιά. Κι ο περιπατητής μουγγός. Πριν μέρες έκαψε και το τσέλο. Αρκετά κανάκεψε την ταστιέρα του, αυτό αμέτοχο στην κατάσταση την πλημμύριζε ήχους, που ο πλούτος τους δεν έβρισκε χώρο στα κλειστά όρια της ζήσης της. Το τιμώρησε. Άδειασε άλλωστε τελείως εκείνο το δωμάτιο και σκαρφάλωνε τώρα τέρμα πάνω στη σωλήνα του καλοριφέρ, να αγναντέψει. Στα δύο μέτρα κι ογδόντα δύο εκατοστά. Τραβούσε και τις κουρτίνες, να χαζεύει τα μικρά θερμοκήπια στα μπαλκόνια, δύο μέτρα και σαράντα επί ένα μέτρο και είκοσι, απέναντι. Κι εκείνη καλλιεργούσε κάποια στοιχειώδη για τροφή, ωστόσο σε πέντε μόνο γλάστρες, Φ39.

Τις νύχτες δοκίμαζε να κοιμάται στις ντουλάπες, ώστε να βγαίνει –έξω- το πρωί. Εκεί μέσα, με μαζεμένα τα πόδια στη κοιλιά, ένιωθε την παρουσία του Α. Μια φορά δοκίμασε και το κάτω συρτάρι της σιφονιέρας. Εκείνος δεν ήρθε. Ίσως μιαν άλλη φορά να -. Μήκος ένα μέτρο και δεκαπέντε εκατοστά, πλάτος μισό μέτρο. Μπαταρισμένο τουλάχιστον δώδεκα πόντους μπροστά κι ας ήταν τώρα δέκα κιλά ελαφρύτερη. Ξεγελούσε το κορμί, να νομίζει ότι πονάει από το άβολο στρίμωγμα κι όχι απ’ τη μοναξιά του. Για κάτι μισάωρα τον έπαιρνε αβέβαια, μέχρι που ξανάκουγε από κάτω τους γόους πεινασμένων τσακαλιών. Δεν χόρταινε ύπνο εδώ και μήνες. Παραφύλαγε μήπως ξαναπερνούσαν από κάτω κυνηγημένα εκείνα τα μπουλούκια των νεαρών παιδιών που προσπαθούσαν να ξεσηκώσουν τους λουφασμένους. Να πήγαινε κι αυτή. Ίσως μόνο τα παιδιά να -. Είχαν ωστόσο πολλές βδομάδες να φανούν, το πόσες, από δική της αμέλεια, δεν είχε καταμετρηθεί. Μήπως μήνες.

Τα μεσημέρια πελεκούσε με θραπίνα τις λείες επιφάνειες να γίνουν αδρές. Να μη πατινάρει ο Levid-27 με τα σόγια του. Όταν άρχιζε ο εγκλεισμός να την στενεύει αφόρητα, ξήλωνε κι από μια πλήρη πλευρά σοβατεπί. Είχε υπολογίσει, ότι στο σύνολο της επιφάνειας του σπιτιού θα κέρδιζε εξήντα ένα τρέχοντα μέτρα επί ένα εκατοστό του μέτρου – πάνω από μισό τετραγωνικό ζωτικό χώρο-. Οι υπολογισμοί εξυπηρετούσαν τον καθημερινό ρυθμό. Δούλευε έτσι το μυαλό, ώστε να -. Κατά τα άλλα αλωνίζουν στις σκέψεις της ακατάπαυστα και ασύντακτα τα ηχηρά μηνύματα απ’ τις πυκνά τοποθετημένες ντουντούκες στους στύλους ηλεκτροφωτισμού, δεκαεφτά οι στύλοι εντός οπτικού πεδίου, πενταπλάσιοι σήμερα οι θάνατοι, τέσσερα τα προκριθέντα ματαεμβόλια για την τελική φάση κατοχύρωσης της παγκόσμιας πατέντας, χθες τριπλασιάστηκαν τα κρούσματα, τουλάχιστον πέντε γλάστρες με τα χρειώδη, οι ταφές πλέον αδύνατες λόγω μόλυνσης του ογδόντα τοις εκατό των εδαφών, επταπλασιάστηκαν οι καύσεις, κέρδος μισό τετραγωνικό, οι στάχτες απορρίπτονται σε αναλογία ένα προς είκοσι έξι στις αμμουδιές. Ήδη πριν επτά μήνες κι εννιά μέρες ανακοινώθηκε, πως ήταν πολύ αργά πια για να -. Αριθμοί.

Ανατριχίλα κι ας μη φυσάει καθόλου . Μετά τοδεύτερο κύμα επιδημιολογικού δείκτη Ρω μηδέν μεγαλύτερο του δώδεκα οι πολίτες χωρίστηκαν μέσα σε μια βδομάδα τελείως συγκυριακά, αν κι επιβεβλημένα, σε δύο ομάδες, εκείνους που αποσύρθηκαν -αφήνοντας σε μια νύχτα τα πάντα πίσω τους- σε μικρές, αραιές κοινότητες με αυτοσχέδια καταλύματα σε αγρούς και δάση και στους άλλους που παρέμειναν στα παλιά μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα. Εδώ είχε επιβληθεί υποχρεωτικός εξοπλισμός όλων των –πλέον αποκλειστικά ατομικών- δωματίων με νιπτήρα-σκάφη και ειδικά δοχεία υγρού σαπουνιού, που ενεργοποιούσαν σειρήνα με φωτεινό σινιάλο στην κύρια όψη, αν τύχαινε να μείνουν αδειανά. Μεγάλο ρεζίλεμα. Μπορούσε να οδηγήσει και σε πογκρόμ. Η είσοδος στα κτήρια παρέμενε κλειστή για σαρανταπέντε λεπτά μετά την χρήση της από τον/την προηγούμενο/-η κι ας κυκλοφορούσαν όλοι άπαξ ανά δεκαήμερο, αλφαβητικά, μουμιοποιημένοι σε πλαστικές φασκιές από κορυφής μέχρις ονύχων. Δεν επιτρεπόταν τα ενιαία μπαλκόνια, κι όσοι διέθεταν, είχαν υποχρεωθεί σε τοπική καθαίρεση του ενδιάμεσου τμήματος, ώστε κάθε δωμάτιο να έχει το αποκλειστικά δικό του. Κατ’ εξαίρεση επιτρεπόταν και το δίδυμο κτιστό διαχωριστικό με ενδιάμεσο κενό μήκους κατ’ ελάχιστο ένα μέτρο και σαράντα πέντε εκατοστά. Μεικτό άραγε ή καθαρό; Μήπως αξονικά. Αρχικά απέτυχε, γιατί στους χαμηλούς ορόφους σκαρφάλωναν άστεγοι. Εν τω μεταξύ είχαν επιζήσει ελάχιστοι κι απ’ αυτούς.

Αυτή ωστόσο είχε μείνει μόνη στο αρχικό διαμέρισμα -είχε προλάβει κι είχε φυγαδεύσει σε ασφαλέστερο περιβάλλον ακόμα και το σκυλί-, τρία δωμάτια, κουζίνα, λουτρό και χολάκι εισόδου. Εξήντα έξι τετραγωνικά μέτρα και εβδομήντα οκτώ τετραγωνικά εκατοστά. Αν είχαν παραμείνει κι άλλοι συγκάτοικοι, θα έπρεπε πρώτον, να έχουν ξηλώσει την είσοδο και να αφήσουν το χολ ανοικτό, ως συνέχεια του διαδρόμου του ανά ημίωρο αυτοαπολυμαινόμενου κλιμακοστάσιου. Δεύτερον, να εγκαταστήσουν στην κουζίνα και το λουτρό σύστημα ελέγχου πρόσβασης, ώστε να απενεργοποιείται η κλειδαριά μόνον στον επιτρεπτό χρόνο μετά τον αυτόματο ψεκασμό απολύμανσης, σε συνέχεια της επίσκεψης του χρήστη που είχε μόλις προηγηθεί. Και τρίτον, να εξοπλίσουν με συσκευή ηχητικού σήματος τις πόρτες εισόδου στις υποχρεωτικά διαρκώς μανταλωμένες ατομικές κάμαρες. Κι ο καθένας να έχει στη διάθεσή του για ξήλωμα πολύ λιγότερα τρέχοντα μέτρα σοβατεπί. Μπορεί να ξεχνάει κάτι τέταρτον, μπορεί και όχι. Ήξερε πως ήταν καταγεγραμμένη στον κατάλογο των καταχραστών ατομικών δωματίων κι αργά ή γρήγορα θα της επέβαλαν συγκάτοικο. Θα ταμπουρωνόταν στο καθιστικό, είχε ήδη εγκαταστήσει στη δίφυλλη συρόμενη μια καλή κλειδαριά. Ο νιπτήρας του έκανε ανέκαθεν το πιο τρυφερό γουργουρητό.

Περίμενε γράμμα. Όταν αργούσε έδενε μια ζώνη και κρεμιόταν αργά το απόγευμα απ’ το μπαλκόνι της περιμένοντας μήπως φτάσει το πρωί. Την ίδια ήδη νύχτα μούδιαζε. Μαζεύονταν τότε ανακούρκουδα στη γωνία του στηθαίου και πέτρωνε σα γρύπας. Η ώρα περνούσε κάπως ευκολότερα. Το συνήθισε να στέκεται εκεί ασάλευτη και να στοχάζεται την πολυκατοικία, μιαν εκκλησιά ταμένη στην Παναγιά Καταφυγή. Καμιά φορά άκουγε να θροΐζουν τα φτερά του παλικαριού στον τρίτο. Έβγαινε κι αυτός καραούλι στο κιγκλίδωμα, αλλά δε μπορούσε με τίποτα να βολέψει τα φτερά του. Δεν την είχε ποτέ αντιληφθεί. Άναβε στη σκέψη της κεριά και τα στερέωνε κάθε τριάντα εκατοστά στην κουπαστή. Ήταν τυχερή, όταν επικρατούσε νηνεμία, τα κεριά φώτιζαν την εξασθενημένη μνήμη της. Κάθε φορά που ερχόταν μια δεκαοχτούρα στα μαλλιά της και τη λέρωνε, θυμόταν πως, αν έφτανε γράμμα, ίσως να έπρεπε να απαντήσει και κουρασμένα αναρωτιόταν, άραγε, θα ήταν πια ποτέ ξανά μπορετό να απαγκυλωθεί;

Πόσο το ‘θελε τώρα να θυμηθεί αύριο να ξαναμετρήσει κάτω στο ρείθρο εκείνα τα δειλά άγρια λουλουδάκια! Τις προάλλες τα βρήκε, όσο μπορούσε να διακρίνει από ψηλά, θαρρεί, τέσσερα. Κι ίσως αν ξεκουνιόταν, να τους ρίξει και μερικές σταγόνες νερό. Έτσι, για να –.

https://technischerbleistift.blogspot.com/2020/05/blog-post.html

Δεν άνθισαν∙ ματαίως

Κι ως ξύπνησα νωρίς
Διάπλατα αέρισα και στέγνωσα τις σκέψεις
Τίναξα τις σκιές του λογισμού
Μαντάρησα λίγο τα συναισθήματα
Και χύτρα έβαλα να δέσει σιγοβράζοντας μια ευχή
                                      *
Μετά ξερίζωσα κάτι επίβουλα από γύρω μου αγριόχορτα
Παιδεύτηκα μήπως και συνεφέρω από καιρό απότιστες τις σχέσεις
Αφράτεψα απαλά τα σβολιασμένα ανάμεσά μας χώματα
Είδα πως δείλιαζαν στον ήλιο να ανθίσουν δυο κλειστοί ανθοί
(Η εποχή για φύτεμα ακατάλληλη)
                                      *
Κύλησε η μέρα κι ήρθε γλυκό σούρουπο
Με βρήκε μ’ όλα σε ντάνα όσα πρώτα ζάρωναν σιδερωμένα
– Τις τσάκισες καλά κολλαρισμένες και κρουστές –
Είχα προλάβει ως και να γυαλίσω κάποια θαμπά στο λόγο μου νοήματα
Σαν σε συγυρισμένο έγειρα κλινάρι της νύχτας επισκέπτη να υποδεχθώ
                                      *
Και μπούκαρες εσύ καβάλα σ’ όνειρο πέρα για πέρα ανοικοκύρευτο
Ανέγγιχτο από τα συνεργεία και σάρωθρα του έξω κόσμου
Μέσα σε αστραπιαία λάμψη πλάσης μακρινά ενδόμυχης
Όπου εντροπία βασιλεύει παιδικών σφοδρών ερώτων
Σε υγρή και γκριζογάλαζη αχλή

Δημοσιευμένο στο Μηχανικό Μολύβι (blogger) 16 Ιουνίου 2018
https://technischerbleistift.blogspot.com/2018/06/blog-post_16.htm

Σημείωση για τον τίτλο:
Λογοπαίγνιο αναφερόμενο σε στίχο του Α. Εμπειρίκου, γραμμένου με την ορθογραφία ” Δέν ἄνϑησαν ματαίως (τόσα θαύματα) ..”, ο οποίος αποτέλεσε και τίτλο ανθολογίας υπερρεαλιστικής ποίησης από την Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου και τις εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1980 

Αλλαγή Σκηνής

Feather Art Chris maynard-1
                                                                              Feather Art by Chirs Maynard, USA

 

Σε αναμονή ώρας  καλοκαιριού

οι άντρες να κλωτσούν ολόγυμνοι

ξανά μια μπάλα σε μπουλούκι

(μα η πλαγιά δεν την κρατά)

κι όχι για τη ραθυμία, όπως

διπλώνει μου τις κνήμες στα ζερβά

εκεί μπροστά που σκάει το κύμα

μήτε για ένα μεταξωτό μωρό

ανιχνευτή των σκαθαριών στην άμμο

μια-δυο γυναίκες παραδίπλα το ήξερα

κι εκείνες πως χασομερούν

ενώ μία στιγμή μόλις πιο πριν η απειλή

ανηφόριζε το χωματόδρομο

μέσα στα μαύρα

ήρθε και πάλι η εποχή

που καταδιώκουν μας

φυγάδες στα βουνά

—μ’ όπλα διαγώνια στα κορμιά

μπότες βαριές—

κρησφύγετο ορατό

στην καταιγίδα

όμως η θάλασσα μια πάει βαθιά

μία έρχεται και

πριν με βρέξει την πίνει η γης

ανάμεσα σε κόκκους

σμιλεμένου μπετονίτη

κι όλα επιστρέφουν σε απαρχές

και όλα χάνονται στο μέλλον

χωρίς γιατί

χωρίς θεό

 

θέλω μα δε

θα καταλάβω

 

 

 

Ιούλιος 2020, Πουπερμίνα

 

γενναιοδωρία

Στο Μηχανικό Μολύβι http://www.technischerbleistift.blogspot.com αναρτώνται αποκλειστικά προσωπικές δημιουργίες.

Εδώ γίνεται μια εξαίρεση. Μια γενναιόδωρη πέννα καταπιάστηκε να το διαβάσει και να γράψει για ό, τι δέχτηκε …

Από τον Απόστολο Θηβαίο *

Το βάρος του Μολυβιού ή Δεν γερνούν τα παραμύθια Πουπερμίνα

woman-art
Wonjun-Jeong Conversation series featured by uncoated photography

* (http://www.biblionet.gr/author/78770/%CE%98%CE%B7%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82,_%CE%91%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%82)

 

Λαοί της γαλάζιας μοίρας

Sigalit_landau_Israel1
Artwork by Sigalit Landau*

 

       Τον άλλο μήνα ήταν η σειρά τους να στείλουν απέναντι νερό. Αυτό σήμαινε για άλλη μια φορά εξοικονόμηση πέρα από τα όρια της εξάντλησης. Πριν δέκα μήνες είχε συγκληθεί το Παγκόσμιο Συμβούλιο Αντιπροσώπων∙ ήταν εκεί που αποφασίστηκε, οι χώρες των βορείων ακτών να στέλνουν κάθε τρίμηνο βυτία στις χώρες της παντοτινής ξηρασίας. Αμέσως μετά την εκεχειρία του πολέμου για τον έλεγχο του υδροφόρου ορίζοντα είχε συμφωνηθεί παύση εχθροπραξιών για εικοσιεννιά συνεχείς μήνες, δοκιμή στην πράξη του προγράμματος ανταλλαγής ειδών ζωτικής ανάγκης και με τη λήξη επανεξέταση των απαιτήσεων των διαφόρων πλευρών. Και οι ισχυροί με το δάκτυλο στη σκανδάλη, τον αντίχειρα στα διπλά κομβία απασφάλισης.

      Κάποτε στις δύο αντικριστές ακτές ζούσαν οι λαοί της γαλάζιας μοίρας. Τώρα όμως είχε στερέψει το νερό. Τελείωνε γύρω στις αρχές Ιουνίου. Μετά η ζωή βασιζόταν στο υγρό που έφτανε από τις παγωμένες χώρες βορειότερα. Λιωμένο χιόνι. Με βαρύ αντάλλαγμα, το 65% των άνυδρων καλλιεργειών τους. Τροφή για τους αριθμητικά περισσότερους Βόρειους, εκτός από τα λιγοστά λιπόσαρκα ζώα της μαύρης αγοράς.

    Τα πλοία βυτία ήταν τελευταίας τεχνολογίας. Έπλεαν ανακυκλώνοντας συγχρόνως τη θάλασσα πλαστικού και αδόκιμα ονομάζονταν πλαστικοθραυστικά. Το ανακυκλωμένο πλαστικό έπρεπε να συσκευάζεται καλά συμπιεσμένο και να αποστέλλεται στα πάσης φύσης εργοστάσια επαναπαραγωγής. Το περίσσευμα -απομονωμένο και αεροστεγώς σφραγισμένο μικροπλαστικό- εκτοξεύονταν κάθε τετράμηνο εκτός ατμόσφαιρας. Η σελήνη εδώ και πολλά χρόνια σε ρόλο χωματερής του φρικτού πλαστικού τους. Κόστιζαν όλα αυτά, τα ποσά της φορολόγησης σκαρφάλωναν σε δυσθεώρητα ύψη. Όσοι είχαν μπορέσει να πληρώσουν εγκαίρως σπίτια με κατάλληλα συστήματα, πλένονταν με τα φιλτραρισμένα τους ούρα και απόνερα. Οι άλλοι δεν πλένονταν ποτέ. Έτσι κι αλλιώς ζούσαν στη σκόνη και πότιζαν μόνο με λεκανάκια και τάσια γκρίζο νερό. Η αφαλάτωση είχε καταπιεί υπέρογκα κονδύλια∙ τελικά αστόχησε λόγω της πολύ δύσκολα αναστρέψιμης μόλυνσης των υδάτων. Κρίμα γιατί με το λιώσιμο των πάγων στους πόλους είχε ήδη πλημμυρίσει το 17% της παλιά στεριάς. Τέτοιο μόνο νερό περίσσευε.

    Τα βλέμματα ήταν τώρα στραμμένα στον εξωπλανήτη d του Trappist-1. Ένα στα τετρακόσια εβδομήντα παιδιά που έκλεινε τα επτά περνούσε μετά από κλήρωση σε φαρμακευτική νάρκη και μαζί με τα άλλα της γενιάς του, κοιμισμένα σε δορυφόρους υπνωτήρια, έμπαινε σε τροχιά μέχρι οι σκαπανείς να ετοιμάσουν στοιχειωδώς την αποικία διάσωσης. Κατά τη διάρκεια του ύπνου μάθαιναν εσπεράντο και άκουγαν μουσικές της γης. Οι μανάδες ήδη εδώ και μια τριετία θήλαζαν βάσει νόμου τα μικρότερα παιδιά μέχρι τα τέσσερα. Κάθε τροφός αναλάμβανε επιπλέον να αποθηκεύει γάλα και από τους δύο μαστούς για το ημερήσιο δελτίο τριών αρρώστων. Οι θάνατοι από αφυδάτωση ήταν τετραπλάσιοι από τους θανάτους από καρκίνο. Τα τελευταία πενήντα χρόνια οι επιστήμονες κατάφερναν κάθε τόσο να αντιστρέφουν τα αφηνιασμένα κύτταρα, εν τούτοις όλο και κάτι συνέβαινε και νέοι παράγοντες τα τρέλαιναν αλλιώς. Λειτουργούσε πολύ επιβαρυντικά το διαρκές φάσμα της δίψας.

     Στα σχολειά η πρώτη τάξη ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στην εκμάθηση της ορθής εξοικονόμησης του νερού, των πρακτικών ανακύκλωσής του, της ιστορίας της λειψυδρίας και της καλλιέργειας δασών μπονσάι και κατακόρυφων κήπων.

Οι συνειδήσεις είχαν από καιρό μετατοπισθεί.

Τώρα η ζωή κυλούσε αργά μαζί με το λιγοστό νερό τους.

Οι σπάνιες βροχές είχαν ονόματα, όπως παλιότερα οι τυφώνες

                                                          * * *

Παράμ παράμ παράμ γυρνάω χορεύω
τη θάλασσα που αρρώστησε γιατρεύω
 

Παράμ παράμ παράμ παραμυθένιο
ναυάγιο μες στα σύννεφα η σελήνη
Θάλασσα μάνα αρμύρα μου εσύ
γαλάζια μοίρα
θάλασσα μνήμη μαύρο μου ασήμι
πάρ’ την καρδιά μου ..του ανέμου αγρίμι

…………….. 

[αποσπάσματα από στίχους-ποίημα  της Λίνας Νικολακοπούλου]

* Salt Crystal ballet dancer’s costume after being plunged for over two months into the Dead Sea waters. Salt Years is the title of an edition by israeli artist Sigalit Landau.

https://technischerbleistift.blogspot.com/2019/09/blog-post_24.html

 

 

Ticking Clock Sound (Ο Kτύπος του Ρολογιού)

(Η ιστορία διαβάζεται υπό τον ρυθμικό ήχο ρολογιού. Ενεργοποιείστε την εικόνα στο τέλος του κειμένου)
Καθόταν απέναντί της στην αναμονή του ιατρείου. Την έβλεπε όπως κοιτούσε συγκεντρωμένη στο κενό. Ο ίδιος την κοίταζε πλαγίως για να μοιάζει πως κοιτάζει αλλού. Πού να ήταν στραμμένη άραγε εκείνη; Τι είχε στο μυαλό της; Μα τόσην ώρα να μη του δίνει καθόλου σημασία;

Ήταν κι αυτό το επίμονο τικ τακ, που άρχισε πριν λίγο απαλά και τώρα τον ζάλιζε και τον αναστάτωνε. Προς τα πού κοιτάει λοιπόν αυτό το άγνωστο βλέμμα;

Το τικ τακ δυνάμωνε, σχεδόν τον εκνεύριζε – από πού ερχόταν; -,  αυτό το ρολόι στο τοίχο έδειχνε σταματημένο. Ούτε κι αυτή φορούσε ρολόι. Να ‘χε κάποιο κρυμμένο;

Τικ τακ. ΤΙΚ ΤΑΚ ΤΙΚ ΤΑΚ ΤΙΚ ΤΑΚ ΤΙΚ ΤΑΚ.

Ένιωσε άβολα. Πετάχτηκε πάνω αιφνιδιαστικά. Με δυο δρασκελιές τη πλησίασε και την έκανε ν’ αναπηδήσει αλαφιασμένη.

Ακολούθησε τον ήχο, ναι, ήταν κάπου στο σώμα της. Τη στρίμωξε λίγο στ’ αριστερά ν’ ακούσει πιο καθαρά. ΤΙΚ ΤΑΚ ΤΙΚ ΤΑΚ ΤΙΚ ΤΑΚ. Του ξέφυγε κοιτάζοντας αλλού. Ποιόν είχε στο μυαλό της;

Πρέπει να βρει αυτό το ρολόι. Τι ώρα δείχνει; ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ.

Του άρεσε το γατίσιο σώμα της, του άρεσε που ξεγλιστρούσε, του έμοιαζε πως
έπαιζε, τον ερέθιζε ο κίνδυνος που ένιωθε, καθώς πλησίαζε κι απομακρυνόταν από την ήχο της. Εκείνη σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο.

Βγήκε μαζί της στην άγνωστη, σκοτεινή πόλη. Την ένωσε ανάλαφρη σα πουλί.

Δεν άκουγε γύρω του τίποτα, μόνο το επίμονο ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ. Αδιαφόρησε για το μεγάλο ρολόι στο σταθμό του τραίνου, μα και για τ’ άλλα, στη πλατεία, στα ρολογάδικα, στο σχολείο της Αραχώβης, δεν ήταν αυτή η ώρα, που τον ενδιέφερε, ο χρόνος είχε ήδη σταματήσει και τον περίμενε να κάνει αυτός την επόμενη κίνηση.

ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ ΤΙΚ. Αναρωτήθηκε, τι είδους ρολόι, που ‘ναι κρυμμένο, τι να επιμένει να μετράει ρε γμτ και συνέχισε να την ακολουθεί. Περπάτησαν ώρα πολλή. Την έβλεπε να χει χάσει το παπούτσι της κι ευχόταν να το βρει αυτός να της το δώσει. Λιωμένα ρολόγια κρεμασμένα να στεγνώνουν σε γυμνά κλαριά τον ειρωνεύτηκαν από μια βιτρίνα.

Κάποια στιγμή μάζεψε τις δυνάμεις του, την πλησίασε περισσότερο, τέντωσε το μπράτσο του κι έκλεισε τον ώμο της μέσα στη παλάμη του. Εκείνη στάθηκε στραμμένη πάντα μπροστά.

Ο άγνωστος πλησίασε το κορμί του κι έδεσε γύρω της τα χέρια του τρυφερά. Ακούμπησε το μάγουλο στα μαλλιά της και μισάνοιξε τα χείλη, ψιθυρίζοντας της αμήχανα στ’ αυτί: «Έχεις ώρα;»

ΤΙΚ τικ τικ ΤΑΚ Τικ τικ τακκ ΤΙΚ, τικι τακ τακ τα…κ, ο ήχος ήταν τώρα άτακτος και μεταδόθηκε μ’ ένα ανεπαίσθητο ρίγος σ’ όλο της το σώμα.

«Αν είχε ώρα;»

https://technischerbleistift.blogspot.com/2015/11/ticking-clock-sound.html

© Πουπερμίνα_technischerbleistift.blogspot.com

Παράλληλα Σύμπαντα

Parallila Symbanda2

https://technischerbleistift.blogspot.com/2020/03/bibliotheque.html

 

Προχωρήσαμε δύσκολα, βουλιάζοντας

σε θίνες πλεχτού χωροχρόνου

πόσες φορές δεν στρατοπεδεύσαμε

εκατέρωθεν, εκεί στις αμβλείες μασχάλες των

κεφαλαίων ύψιλον επιλογών και αποφάσεων,

στα τρίστρατα των λογισμών – και αν

ζερβά στον ήλιο τ’ άλλο πρωί τραβήξαμε

το δρόμο μας, δεξιά μέσ’ το σκοτάδι

συνέχιζε ένας άλλος ξεροκέφαλος εαυτός ∙

κάπου λοιπόν αλλού ίσως και να έχει λήξει

αυτή η μεταξύ μας επικίνδυνη εκκρεμότητα,

η μια ζωή αβέβαιη ανησυχία για την επίπτωση,

κυρίως την αιτία, μίας μοιραίας όσο και

μεθοδευμένα απροσδόκητης αναγνώρισης

*

στη ματαιότητα της βόλτας στη ζωή αντίκειται

η άγρια ορμή του έρωτα καθώς σπαράζει κι ενώ

η ανατολή του ήλιου κάθε χάραμα επίκειται

με βεβαιότητα που, η αλήθεια είναι, ξεκουράζει

Nicholas Kennedy Sitton
Nicholas Kennedy Sitton

κάθε παράλληλη εκκρεμότητα, όπως πισώπλατα

έρχεται, μας διπλαρώνει, σε ψεύτικο δίλημμα συχνά πυκνά

– προσωρινά ιαματική αυτή η επανάληψη –

μας βάζει

(Πρώτη δημοσίευση 21-03-2020 στο ηλεκτρονικό περιοδικό Bibliotheque)

Αναγόμωση Μνήμης

Julie Schenkelberg _550_CowardlyCorner
 CowardlyCorner by Julie Schenkelberg
(Cleveland, Ohio)

Ξυπνώντας σε περιβάλλον νοσηλείας, διέκρινε δύο μορφές να τριγυρίζουν άηχα φροντίζοντας λεπτομέρειες στον χώρο. Σ’ ένα διπλανό κρεβάτι, μια γυναίκα άφηνε έναν ρυθμικό συριγμό. Άνοιξε τα μάτια. Οι μορφές ένευσαν, η μία πλησίασε τη γυναίκα και τη σκούντησε απαλά. Οροί τούς στάλαζαν ένα αβέβαιο πεπρωμένο. Όταν η γυναίκα ανταποκρίθηκε στο ερέθισμα, οι μορφές –δυο λευκοντυμένες γυναίκες με άκαμπτο κάλυμμα στην κορυφή της κεφαλής– πλησίασαν και κάθισαν συμμετρικά στα πόδια των κρεβατιών τους. Τον λόγο πήρε εκείνη που ήταν καθισμένη απέναντι. Προσπάθησε να διώξει μια διάχυτη ζάλη και να συγκεντρωθεί σ’ αυτά που είχε να τους πει.

 

«Βρίσκεστε, κυρία, κύριε, εδώ, γιατί αγνοήσατε τα προειδοποιητικά μηνύματα κατανάλωσης μνήμης», ήταν τα πρώτα της λόγια. «Οι συσκευές καταγραφής των δεδομένων, που όλοι φοράμε υποχρεωτικά στον αριστερό πήχη κάτω από τον αγκώνα, μας ειδοποιούν πότε η μνήμη μας κορέννυται κρίσιμα και δεν επιτρέπει την ενημέρωση δεδομένων και επιταγών, που αυτόματα υφιστάμεθα όλοι κατά τη διάρκεια του ύπνου μας. Εσείς οι δύο ανήκετε σε εκείνους που δεν φρόντισαν να πετάξουν εγκαίρως προσωπικές αναμνήσεις. Στην οθόνη της συσκευής σας ανεγράφη στις 17 Ιουνίου η φράση: Έχετε Καταναλώσει το Εκατό τοις Εκατό της Μνήμης Σας. Η συσκευή σάς χορήγησε επιτόπου αναισθητικό και ειδικά κλιμάκια νοσηλευτών σάς αναζήτησαν και σας μετέφεραν εδώ. Στο διάστημα 20 Ιουνίου έως 10 Ιουλίου λάβατε την κατάλληλη καθοδήγηση και καταγράψατε λεπτομερώς και χειρόγραφα τις δώδεκα πολυτιμότερες –για τον καθένα– προσωπικές αναμνήσεις. Βρίσκονται στα κομοδίνα σας, εδώ, στα δώδεκα λεπτά τετράδια που βλέπετε σε στοίβες».

Έστρεψε απαλά το κεφάλι και διέκρινε τα τετράδια τακτικά ντανιασμένα στα γειτονικά κομοδίνα του κεντρικού διαδρόμου ανάμεσα στα κρεβάτια τους.

«Κάθε στοίβα έχει τα τετράδια με ανάποδη από πάνω προς τα κάτω σειρά, η πολυτιμότερη ανάμνηση, που καταγράψατε πρώτη, βρίσκεται κάτω. Μετά την καταγραφή υπογράψατε ότι αποδέχεστε την εκκένωση της μνήμης σας, κάτι που έχει ήδη συντελεσθεί. Τώρα θα σας υπνωτίσουμε και θα σας διαβάσουμε – ενσταλάξουμε, με χρωματισμένη εκφορά –καθένας σας έχει την αναγνώστριά του– τις πολύτιμες αναμνήσεις σας, αυτές που διασώσατε. Στη συνέχεια, θα βρεθείτε να ξυπνάτε εκεί όπου η συσκευή έδωσε το σήμα της επιτακτικής αναμόρφωσης. Είστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;»

Οι ασθενείς ένευσαν κουρασμένα και οι αναγνώστριες διοχέτευσαν ένα κυανό υγρό στους ορούς.

Πέρασαν δέκα λεπτά πριν ανοίξει η πόρτα και εμφανιστεί ένας ψηλόλιγνος άντρας ντυμένος με ιατρική ρόμπα με τεράστιες εξωτερικές τσέπες, από τις οποίες εξείχαν οι απολήξεις άγνωστων μετρητικών και διαγνωστικών οργάνων και μικροσυσκευών. «Μπορείτε τώρα να προχωρήσετε στο πείραμα», είπε βλοσυρά και έριξε μια ματιά στην κάμερα οροφής.

Οι αναγνώστριες έκλεισαν τις κουρτίνες, χαμήλωσαν τα φώτα, φόρεσαν από έναν φακό κεφαλής και κάθισαν ανάμεσα στα κρεβάτια σε διπλανές κολλημένες μπράτσο-μπράτσο καρέκλες. Εκεί στερέωσαν ένα μικροσκοπικό μικρόφωνο στην παρειά τους φροντίζοντας τα ακουστικά της άλλης απόληξης να εφαρμόσουν σωστά στο κεφάλι του ασθενούς τους. Στη συνέχεια, φόρεσαν τις ωτοασπίδες τους. Η καθεμία, εκτελώντας την εντολή του επικεφαλής Μεγάλου Πειραματιστή, πήρε το πρώτο τετράδιο της απέναντι στοίβας. Η ανάγνωση άρχισε παράλληλα. Στο δωμάτιο ακουγόταν –στο βρόντο– μια διπλή εγγραφή. Έπειτα από κάθε ανάμνηση κι αφού περίμενε η αναγνώστρια που τελείωνε πρώτη να ολοκληρώσει και η συνάδελφος, οι αναγνώστριες έκαναν ένα ολιγόλεπτο διάλειμμα και κατά περίπτωση αφαιρούσαν το μικρόφωνο και έπιναν λίγο νερό.

Η διαδικασία προχώρησε ομαλά. Η μνήμη του κάθε ασθενούς γέμιζε σταδιακά με τις πολύτιμες αναμνήσεις του ομοιοπαθούς του. Μετά το ενδέκατο τετράδιο, η κούραση ήταν εμφανής. Οι αναγνώστριες κοίταξαν η μία την άλλη, αφαίρεσαν τα μικρόφωνα, σηκώθηκαν, τα ακούμπησαν στις καρέκλες τους και έκαναν μερικά βήματα στο δωμάτιο για να ξεμουδιάσουν, χωρίς ωστόσο να ανταλλάξουν λέξη και να παραβούν έτσι τους αυστηρούς κανόνες του Ινστιτούτου Διαχείρισης Μνήμης και Εμπειριών. Άλλωστε, η μία επόπτευε έμμεσα τη συνέπεια και ευσυνειδησία της άλλης. Πολύ γρήγορα ξαναπλησίασαν στις κλίνες, έσκυψαν πάνω από τις καρέκλες τους, πήραν τα μικρόφωνα, τα φόρεσαν και ξεκίνησαν την ανάγνωση της πολυτιμότερης ανάμνησης.

Ο ελεγκτής στον διπλανό θάλαμο άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Όλα πήγαιναν σύμφωνα με τις εντολές. Δεν είχε μπορέσει να διακρίνει ότι καθώς έσκυψαν, οι αναγνώστριες πήραν στα χέρια τους και φόρεσαν το μικρόφωνο η μια της άλλης.

Όταν τελείωσε η ανάγνωση, οι αναγνώστριες αφαίρεσαν και τακτοποίησαν όλο τον εξοπλισμό, αέρισαν το δωμάτιο, άλλαξαν τους ορούς, έκαναν εντριβές στους κροτάφους και τις άκρες χειρός των ασθενών τους, χαιρετήθηκαν τυπικά με νεύμα της κεφαλής και εγκατέλειψαν τις εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου προς αντίθετη κατεύθυνση.

Σε τρεις ημέρες θα συνομιλούσαν στις εσχατιές του διαδικτύου σε ομαδική βιντεοκλήση των μελών της μυστικής οργάνωσης Ασύνορες Εμπειρίες, τέτοιες που μόνο μια προσεκτική αλλά και προσεγμένη ανάγνωση μπορεί να προσφέρει σε σκοτεινούς καιρούς.

Πρώτη δημοσίευση στο Diastixo

Πουπερμίνα

ClayMe2

ΤΟΛΜΩ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χουν τα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες∙ ποτέ
να μη το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι -να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΣ

Ξέφραγη
ευεπίφορη σε
αποικίσεις ξενιστών
υπό συνθήκες
αθόρυβης λεηλασίας
εκκωφαντικής συνάμα
παραμέλησης
-μα εργώδους οίστρου-
από ένστικτο
μπλόκαρε τους τροχούς
ο
Σε τελετές τσαγιού
μάθαινε έκτοτε να επικεντρώνεται
σε ουρές μπονσάι αλόγων που
ανάλαφρες όπως αγγίζουν
το χειροποίητο χαρτί
με ευγενή στροβιλισμό
ανασηκώνονται
και αμέσως με
βίαιη θεληματικότητα
αποτυπώνουν
ο
Κείνη την ώρα ωστόσο αποσύρονταν
απαλά κλείνοντας τα ημιδιάφανα πανό
έχοντας οδηγούς τις τέλειες εντορμίες
και τα μόρσα του φέροντος κυπαρισσόξυλου
με καλά ξυσμένο ένα καλάμι
έντεχνα χαρακώνονταν
κι αυτό χρόνια πολλά
πριν απ’ την εποχή
της υπερπόντιας εμπόρευσης
της στυπτηρίας

Παρουσίαση επιλεγμένων στίχων της  blogger Πουπερμίνα

στο ιστολόγιο για Ταξίδια ποίησης, πεζογραφίας, μουσικής, ζωγραφικής

ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ 

επιλογή από την ετικέτα “Στίχοι” του blog Μηχανικό Μολύβι και παρουσίαση από τον ποιητή και κριτικό Ανδρέα Καρακκόκινο στους ΠΟΙΗΤΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .  τίτλοι >>

ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ (εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια)

ΤΟΛΜΩ

Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΣ

ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ

ΓΛΩΣΣΕΣ ΞΕΝΕΣ

ΟΦΕΙΛΗ

ΓΥΜΝΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ

ΜΟΙΡΑΙΩΣ

ΟΡΜΗΝΕΙΑ

INDOOR ΟΠΩΣ INBOX

ΑΥΤΑΠΑΤΟΧΩΡΑΦΟ

ΜΗ ΚΡΑΤΗΘΕΙΣ

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

Η ΓΟΡΓΟΝΑ

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

ΤΥΡΦΩΝΕΣ

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ

CHILLY (HOT PEPPER)

ΔΥΟ

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ

ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΛΕΜΕ ΔΕΙΓΜΑ ΤΥΠΙΚΟ

ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

ΜΕΛΙΤΟΦΟΡΕΣ ΣΤ’ ΆΡΜΑΤΑ

A(U)CTION ΧΑΡΑΜΑΤΑ

ΜΕ ΤΑ’ ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ

ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΟ

ΧΑΛΑΛΙ

ΥΓΡΟΤΟΠΟΙ

ΔΕΝ ΑΝΘΙΣΑΝ∙ ΜΑΤΑΙΩΣ

Ο ΧΟΡΔΙΣΤΗΣ

ΤΟ ΓΕΝΟΣ MANIS

DON QUIXOTE IN NETHERLANDS

Επισκεφθείτε τον σύνδεσμο

[Στην εικόνα αυτοαπεικόνιση σε κλίμακα 1:3 σε πηλό]

Τα ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ, ΤΟΛΜΩ, ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ, ΜΟΙΡΑΙΩΣ και ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ έχουν πρωτοδημοσιευθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Bibliotheque, όπου αναδημοσιεύθηκε και η ΟΦΕΙΛΗ (από το blog Μηχανικό Μολύβι)

Τα ΧΑΛΑΛΙ και A(U)CTION ΧΑΡΑΜΑΤΑ πρωτοδημοσιεύθηκαν στο ηλεκτρονικό περιοδικό ΦΡΕΑΡ

Το ΥΓΡΟΤΟΠΟΙ στον ιστότοπο το βιβλίο.net

Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΣ πρωτοδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο Με ανοιχτά βιβλία, όπου αναδημοσιεύθηκαν και τα ΑΤΑΚΤΟ ΡΩ και Η ΓΟΡΓΟΝΑ
©      Πουπερμίνα_technischerbleistift.blogspot.com

  • Οι αναρτήσεις του blog “Μηχανικό Μολύβι” στο facebook

9 * στίχοι

José Manuel Castro López 5

9 * στίχοι – δημοσιεύσεις της blogger Πουπερμίνα στην Bibliotheque 10/2017-9/2019

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Τολμώ]

Να κόβω τα μαλλιά μου

να κάνω δεμάτια που θα

σκορπίζω στους αγρούς

να ‘χουν τα που στέλνεις

να βοσκήσουν τα σύννεφα

Να κουβαλώ μπαούλο

αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε

που κρύβεσαι απ’ το φως

με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα

να σε φυγαδεύω

Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος

χωρίς διεύθυνση

να απαντάς μόνον αν θες∙ ποτέ

να μη το φέρνει η ώρα να θελήσεις

να μου απευθύνεσαι -να μην υπάρχω-

Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα

απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη

μεταξωτού υπογάστριου μιας

αναχώρησης λαθραίας

Να πλέω

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
[Ανησυχώ]

Στις λέξεις των γαλάζιων στίχων

γαντζώνεται το ματαιωμένο ρούχο

του άλλου της βουβής απεύθυνσης

τώρα μπορούσα πια να μην αποζητώ

την ώρα που προσεκτικά πλάι

απιθώνονταν τα εύθραυστα γυαλιά, τότε

που ακούγονταν σφυρίζοντας

της απογείωσης μπάσο φουγάρο∙

δεμένη με κρατώ σε επανάληψης

λιγνό κατάρτι – παρηγορώ το σώμα

με τρεις χρησμούς από επτά, γυμναστικής∙

για άδικους πόνους αυτοεπιβουλής

για δαίμονες βίαιης αυτοανάλωσης

όσο βαθιά και αν ανησυχώ δεν ωφελεί

το ενωρίτερο σε έξι έμμηνα θα ‘ρθουν

ανακοινώθηκε αποβραδίς λακωνικά

αν και εφ’ όσον νέα με τηλέγραφο μαντάτα

τώρα που για μονάδα μέτρησης δεν έχω αυτή

ο χρόνος έχει απολιθωθεί – αφέθηκε

να τρέχει στον αυτόματο ανεξέλεγκτα

σε όρθιο τοίχο, δεξιά κι αριστερά

της διαδρομής μου άνθισαν ανθρώπων οι

επόμενες γενιές και ήδη σεμνά υποκλίνονται

– παρόδιες και παροδικές –

της εποχής οι παπαρούνες

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Μοιραίως]

Προσωρινά εκεί

κατοίκησα

τα αιώνια

χρόνια της νιότης

φωτεινά

μια καινούργια βέσπα

-του ωραίου-

στο κατώφλι

ζηλιάρα η απέναντι

-για τον ωραίο-

τραβεστί

Ταχτσής Σικάγο

πίσω στην αυλή

μίστερ σελοφέν

θέλω να με λεν

με θυμάμαι όρθια

-στη μπανιέρα-

κεκλιμένα

τρίγωνο και ταυ

το σερβίτσιο

από χρόνια

σπασμένο

τίποτα

δεν μελέτησα

για τον Φωτήλα

ανηλεώς

καστανόξανθος

με μελετούσε∙

ωραίος

. . . . . . . . . . . . . . . .

[Ζώσα Ύλη – Οργανική Ιλύς]

Και τι θα μένει για να θυμηθείς

Παρά βεντούζα τα νεογέννητα στο στήθος

Το πρώτο χάδι σ’ ώρα προβολής στο θερινό

Φυγόκεντρες και κεντρομόλες τις περιδινήσεις σου

Γενόσημες κάθε φορά τις φιλενάδες

Ως πας να γείρεις, θα σε επισκέπτονται

Τα χνώτα και η πάχνη απ’ τα κορμιά

Μια χούφτα φρούτα από μουριά στα δυτικά προάστια

Ένα του βλέμμα δίχως υποψία συγκατάβασης

Αειθαλής η ευωδιά στην κλείδα μυροβλύτη

Καλά κι αξιώθηκα, θα λες,

Με φύλακα άγγελο κι οδήγησα μέχρι την Ήπειρο το μαύρο Monster

Με 8Β – 5,6mm τα σκίτσα να εξηγήσω επάνω στο σοβά

Μια μονοκοντυλιά που μου έκατσε κι

Έναν – τον ίδιο πάντα – στίχο και

Σε λυγμό μπαντονεόν να φύγω μέσ’ σε βελούδινη ενός άγνωστου αγκαλιά

Κι ως θα ‘χεις κλείσει τους λογαριασμούς με τα μεγάλα Πρέπει

Η ώρα σιμώνοντας, το κύρος και το ίχνος της θα επιβάλει η Φύση

Ασημένια θε να σε πλησιάζει λάμνοντας η θάλασσα

Πράσινα κρέχτα θα σαρκάζουν τα χλωρά

Απεριόριστα θα μοιάσουν σε αντίστιξη τα πρωινά γαλάζια

Καθώς θα φθίνει κι άλλο το κορμί

Βήμα το βήμα θα ‘ρχεται ο καιρός ∙

Τα χρώματα θα ξεθωριάζουν

Τα πάθη τρυφερά θ’ αυτοσαρκάζονται

Θα σβήνουν μία – μία οι φωνές

Κυρίως δεν θα απαιτούν επίμονα οι λέξεις

Τελευταία θα σωπάσουν τα ρολόγια

Καθώς θα πέφτει πελιδνό σκοτάδι την ίδια εκείνη ώρα

Που αστραπιαία σε χώρο πλέον άχρονο

Θα σε τυφλώσει Φως

(π λ ο π)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Οφειλή]

Σου οφείλω τις λέξεις

Όταν σ’ είδα που μου άρπαξες

Και μ’ άφησες άλαλη

Κι εκείνες τις άλλες

Κραυγές μας κι ανάσες

Σα μ’ έστελνες άυλη

Τις αναντάριασες

Μετά με μάτωσες

Τις κέρδισα πίσω

Κι ως βγήκα απ’ το λόγο μου

Πια γράφω τα λόγια μου

Έγινα άλλη

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

[Επαγρύπνηση]

Πώς το ‘θελε να βυθιστεί στη θολή λίμνη

να κολυμπήσει με τα μάτια ανοιχτά

να μην ακούει

να ψάχνει χωρίς να ξέρει τί

σε νερά ανοίκεια

γνώριμα νερά

νερά πράσινα

της αθωότητας

όπου ανέκαθεν

το συναντά

στιγμιαίο

απροσδιόριστο

το τίποτα

μιας νοσταλγίας

το μακρινό λυκόφως

μιας αναπόλησης

εκεί που κάθε φορά βουλιάζει

από την αρχή

κι έπειτα ξυπνά

πάνω σε υγρά βότσαλα

για να ξαναγυρίσει στη στεριά

όπου αντίκρισε

ορίων ταπείνωση

όπου

πνίγηκε

κι ενώ έχει τον τρόπο

να ξεχνά

τα τραγούδια

δεν το επιτρέπουν ∙

ήθελε να βυθιστεί

αλλά

τα φλάουτα

το ειδοποίησαν

της επαγρύπνησης

το ξωτικό

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ..

[Άπλα (απλά)]

Ανέκαθεν εδώ κατοικώ
Βγαίνω – επιστρέφω
Πάντα και μόνον εγώ
Δοκιμάζω, επιχειρώ
Μεταμορφώνομαι
Μα ούτε πως μοιάζει ν’ αλλάζω
Kτύπησες ∙ άνοιξα
Νόμισα θα ερχόσουν μαζί
Πλανήθηκα
Ανέκαθεν εκεί κατοικείς
Μπήκες – επέστρεψες
Πίσω απ’ τη χαραμάδα
Διαστέλλομαι
Χώρος πολύς

. . . . . . . . . . . . . . . . .

[Συμφωνία Σιωπής]

(εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια)

Καλά λοιπόν

αφού το θες

ας παίξουμε τους πεθαμένους

και πιθανά εσύ

το παίρνεις και

τοις μετρητοίς,

όσο για μένα – εγώ

θα το τηρώ μόνο όσο

φέγγει η μέρα

τις νύχτες θα γλιστρώ

με τα ψηλά τακούνια

στα στιλπνά αργεντίνικα

πατώματα,

στεντόρεια πάλι

ξεσηκώνοντας

τα μαύρα χελιδόνια

απ’ το πεντάγραμμο

θα μένω ζωντανή

Αντί να εφεύρουμε

καινούργια γλώσσα

φρέσκια ειδικά για

την περίσταση

καταδικιά μας

κορακίστικη

– σαν τα παιδιά -,

ελόγου σου

έσπευσες να μου

σαλπίσεις

της αφωνίας το

πρόσταγμα με μιας

Ξέρω η σιωπή

από κοινού με την

απόσταση

ανυπαρξία

υπόσχεται

σ’ όποια συνδήλωση

αφόρητων

κείθε σινιάλων

πεθυμιάς

Δεν θα ξαναμιλήσουμε

οκ

θα παίζουμε τους πεθαμένους

σ’ άυλα για την ώρα

μνήματα βουβοί – εδώ -,

ωστόσο κοίτα

κάτι πλάι πρασινίζει

σα να φυτρώνει μία

μαργαρίτα της συγχώρεσης

να τη μαδώ

. . . . . . . . . . . . . . . . .

[Δελτίο Καιρού]

(βαρομετρικό χαμηλό – ψιχαλιστοί οφθαλμοί)

Πες πως αγάπησες τρελά ένα σύννεφο

και τ’ ακολούθησες

κει στων βουνών ψηλά τις κορυφές

τα θες και τα παθαίνεις

κι ίσως ακόμα να είχες τον καιρό να φυλαχτείς

αν όμως το ‘φερε η τύχη και σε αγάπησε

για μια στιγμή μονάχα και εκείνο

άμα με την ακτίνα ενός χαμόγελου σε δώρισε

τότε είν’ που συννεφιάζουνε

για σε τα πράγματα

στα σοβαρά ∙

να εξηγηθώ

μακριά απ’ το βλέμμα πριν χαθεί

προτού μιας κι είν’ στη φύση του αραιώσει

αν μέσα σου έχει μπει ένα άσπρο σύννεφο

δύο τινά συμβαίνουν σου συγχρόνως

από τη μια οριστικά ελαφραίνεις

και στων νεφών

χωρίς καν έρμα

βρίσκεσαι να πετάς τις εσχατιές

και είν’ πια αδύνατον

– εξόν και αλυσοδεθείς –

το βάρος σου ξανά

στ’ ανοδικά τα ρεύματα

να αντιτάξεις

– τα πόδια σου να γειωθούν –

κι από την άλλη

λεπτά λεπτότατα υγροσταγονίδια

συνέχεια να που πλημμυράν

τα ικετικά ανασηκωμένα

προς τα ύψη

μάτια σου

[πρόγνωση]

Αιθρία

μιας κι έτσι έμαθες

πώς θαρρετά πλέον μέσα

να κοιτάζεις κι

υψηλά

το σύννεφο άλλωστε τον τράβηξε το δρόμο του
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πουπερμίνα blogger

[Γλυπτό: José Manuel Castro López, Spain]

 

εδώ θα τα διαβάσετε στη bibliotheque

Πηγή: https://technischerbleistift.blogspot.com/2019/11/blogger-bibliotheque.html